Греческий словарь
с грамматикой

κακοποιώ

[kakoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
жестоко обращаться с кем-либо, мучить, издеваться
to maltreat, to abuse, to mistreat · κακοποιεί τα ζώα — издевается над животными
2
наносить вред, вредить, повреждать
to harm, to damage, to injure · κακοποιούν το περιβάλλον — наносят вред окружающей среде

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κακοποιώ
εσύ
κακοποιείς
αυτός
κακοποιεί
εμείς
κακοποιούμε
εσείς
κακοποιείτε
αυτοί
κακοποιούν
Аорист
εγώ
κακοποίησα
εσύ
κακοποίησες
αυτός
κακοποίησε
εμείς
κακοποιήσαμε
εσείς
κακοποιήσατε
αυτοί
κακοποίησαν
Будущее
εγώ
θα κακοποιήσω
εσύ
θα κακοποιήσεις
αυτός
θα κακοποιήσει
εμείς
θα κακοποιήσουμε
εσείς
θα κακοποιήσετε
αυτοί
θα κακοποιήσουν

Примеры

Αυτοί οι άνθρωποι κακοποιούν τα παιδιά τους.
Эти люди жестоко обращаются со своими детьми. · These people abuse their own children.
Η βιομηχανία κακοποίησε το περιβάλλον για δεκαετίες.
Промышленность наносила вред окружающей среде в течение десятилетий. · Industry damaged the environment for decades.
Δεν θα κακοποιήσω ποτέ ζώα.
Я никогда не буду издеваться над животными. · I will never mistreat animals.
Κακοποιημένες πληροφορίες έχουν καταστρέψει τη φήμη του.
Искажённая информация разрушила его репутацию. · Distorted information has ruined his reputation.