Греческий словарь
с грамматикой

κακοποιός

[kakopiˈos]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
злодей, преступник
wrongdoer, criminal · άνθρωπος που κάνει κακό — человек, который делает вред

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο κακοποιός
вин.
τον κακοποιό
род.
του κακοποιού
зват.
κακοποιέ
Мн. ч.
им.
οι κακοποιοί
вин.
τους κακοποιούς
род.
των κακοποιών
зват.
κακοποιοί

Примеры

Η αστυνομία συνέλαβε τον κακοποιό χθες.
Полиция арестовала преступника вчера. · The police arrested the criminal yesterday.
Οι κακοποιοί δεν θα ξεφύγουν από τη δικαιοσύνη.
Злодеи не уйдут от правосудия. · The wrongdoers will not escape justice.
Ο κακοποιός ήταν γνωστός στις αρχές.
Преступник был известен властям. · The criminal was known to the authorities.