Греческий словарь
с грамматикой

καινοτομία

[kenoˈtomia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
инновация, новаторство
innovation, novelty · μια νέα ιδέα στην τεχνολογία — новая идея в технологии
2
нововведение, изменение существующего порядка
introduction of something new; departure from tradition · καινοτομία στις διαδικασίες — нововведение в процедурах

Грамматика

Ед. ч.
им.
η καινοτομία
вин.
την καινοτομία
род.
της καινοτομίας
зват.
καινοτομία
Мн. ч.
им.
οι καινοτομίες
вин.
τις καινοτομίες
род.
των καινοτομιών
зват.
καινοτομίες

Примеры

Η καινοτομία είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη.
Инновация необходима для развития. · Innovation is essential for development.
Οι νέες καινοτομίες αλλάζουν τον κόσμο.
Новые нововведения меняют мир. · New innovations change the world.
Αυτή η εταιρεία δίνει έμφαση στην καινοτομία.
Эта компания делает акцент на инновацию. · This company emphasizes innovation.
Χωρίς καινοτομία δεν υπάρχει πρόοδος.
Без инноваций нет прогресса. · Without innovation there is no progress.