Греческий словарь
с грамматикой

καθυστερώ

[kaθisteˈro]глаголA2

Значения

1
опаздывать, задерживаться
to be late, to delay · καθυστερώ στη δουλειά — опаздываю на работу
2
откладывать, замедлять
to postpone, to slow down · καθυστερώ την αναχώρηση — откладываю отправление

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθυστερώ
εσύ
καθυστερείς
αυτός
καθυστερεί
εμείς
καθυστερούμε
εσείς
καθυστερείτε
αυτοί
καθυστερούν
Аорист
εγώ
καθύστερησα
εσύ
καθύστερησες
αυτός
καθύστερησε
εμείς
καθυστερήσαμε
εσείς
καθυστερήσατε
αυτοί
καθύστερησαν
Будущее
εγώ
θα καθυστερήσω
εσύ
θα καθυστερήσεις
αυτός
θα καθυστερήσει
εμείς
θα καθυστερήσουμε
εσείς
θα καθυστερήσετε
αυτοί
θα καθυστερήσουν

Примеры

Καθυστερώ πάντα στη δουλειά.
Я всегда опаздываю на работу. · I'm always late for work.
Το τρένο καθύστερησε μία ώρα.
Поезд задержался на час. · The train was delayed by an hour.
Θα καθυστερήσουμε την απάντηση.
Мы отложим ответ. · We will postpone the answer.
Καθυστερώντας χάνουμε τις ευκαιρίες.
Откладывая, мы теряем возможности. · By delaying, we lose opportunities.