καθυστέρηση
[kaθiˈsteɾisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
задержка, опоздание
delay, lateness · καθυστέρηση στη δουλειά — опоздание на работу
2
замедление, отставание
slowdown, lag, retardation · καθυστέρηση στην ανάπτυξη — отставание в развитии
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καθυστέρηση
вин.
την καθυστέρηση
род.
της καθυστέρησης
зват.
καθυστέρηση
Мн. ч.
им.
οι καθυστερήσεις
вин.
τις καθυστερήσεις
род.
των καθυστερήσεων
зват.
καθυστερήσεις
Примеры
Η καθυστέρηση του τρένου ήταν τρεις ώρες.
Задержка поезда составила три часа. · The train delay was three hours.
Λυπάμαι για την καθυστέρησή μας στην παράδοση.
Извините за наше опоздание с доставкой. · I apologize for our delay in delivery.
Οι καθυστερήσεις σε αυτό το έργο είναι συχνές.
Задержки на этом проекте случаются часто. · Delays on this project are frequent.
Δεν ήθελα καμία καθυστέρηση στα σχέδιά μας.
Я не хотела никаких задержек в наших планах. · I didn't want any delays in our plans.