καθρέφτης
[kaˈθrefti]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
зеркало
mirror · κοιτάζω στον καθρέφτη — смотрю в зеркало
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο καθρέφτης
вин.
τον καθρέφτη
род.
του καθρέφτη
зват.
καθρέφτη
Мн. ч.
им.
οι καθρέφτες
вин.
τους καθρέφτες
род.
των καθρεφτών
зват.
καθρέφτες
Примеры
Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Я смотрю на себя в зеркало. · I look at myself in the mirror.
Το μπάνιο έχει έναν μεγάλο καθρέφτη.
В ванной комнате большое зеркало. · The bathroom has a large mirror.
Οι καθρέφτες στο κατάστημα είναι ακριβοί.
Зеркала в магазине дорогие. · The mirrors in the shop are expensive.