Греческий словарь
с грамматикой

καθορίζω

[kaθoˈrizo]глаголB1

Значения

1
определять, устанавливать
to determine, to set, to establish · καθορίζω τις κανόνες — устанавливаю правила
2
назначать (день, время, место и т.д.)
to fix, to appoint (a date, time, place, etc.) · καθορίζω την ώρα της συνάντησης — назначаю время встречи
3
определять границы, очерчивать
to define, to delineate, to mark out boundaries · καθορίζω τα όρια — определяю границы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθορίζω
εσύ
καθορίζεις
αυτός
καθορίζει
εμείς
καθορίζουμε
εσείς
καθορίζετε
αυτοί
καθορίζουν
Аорист
εγώ
καθόρισα
εσύ
καθόρισες
αυτός
καθόρισε
εμείς
καθορίσαμε
εσείς
καθορίσατε
αυτοί
καθόρισαν
Будущее
εγώ
θα καθορίσω
εσύ
θα καθορίσεις
αυτός
θα καθορίσει
εμείς
θα καθορίσουμε
εσείς
θα καθορίσετε
αυτοί
θα καθορίσουν

Примеры

Ο νόμος καθορίζει τα δικαιώματα των πολιτών.
Закон определяет права граждан. · The law determines the rights of citizens.
Καθορίσαμε την συνάντηση για την Τρίτη.
Мы назначили встречу на вторник. · We fixed the meeting for Tuesday.
Η πόλη καθορίζεται από ένα ισχυρό τείχος.
Город очерчивается мощной стеной. · The city is delineated by a strong wall.
Θα καθορίσει ο δάσκαλος τα κριτήρια αξιολόγησης.
Учитель установит критерии оценки. · The teacher will set the evaluation criteria.