Греческий словарь
с грамматикой

καθοδηγώ

[kaθoðiˈɣo]глаголB1

Значения

1
вести, проводить (кого-либо)
to guide, to lead (someone) · καθοδηγώ έναν τουρίστα — вожу туриста
2
направлять, руководить (процессом, деятельностью)
to direct, to guide (a process, activity) · καθοδηγώ μια έρευνα — руковожу исследованием

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθοδηγώ
εσύ
καθοδηγείς
αυτός
καθοδηγεί
εμείς
καθοδηγούμε
εσείς
καθοδηγείτε
αυτοί
καθοδηγούν
Аорист
εγώ
καθοδήγησα
εσύ
καθοδήγησες
αυτός
καθοδήγησε
εμείς
καθοδηγήσαμε
εσείς
καθοδηγήσατε
αυτοί
καθοδήγησαν
Будущее
εγώ
θα καθοδηγήσω
εσύ
θα καθοδηγήσεις
αυτός
θα καθοδηγήσει
εμείς
θα καθοδηγήσουμε
εσείς
θα καθοδηγήσετε
αυτοί
θα καθοδηγήσουν

Примеры

Ο ξεναγός καθοδήγησε τους επισκέπτες στο μουσείο.
Экскурсовод провел посетителей по музею. · The guide led the visitors through the museum.
Ο δάσκαλος καθοδηγεί τους μαθητές στην μάθηση.
Учитель направляет учеников в обучении. · The teacher guides the students in their learning.
Θα καθοδηγήσουμε την έρευνα με μεγάλη προσοχή.
Мы будем руководить исследованием с большой осторожностью. · We will direct the research with great care.
Καθοδηγήστε με στον σωστό δρόμο, παρακαλώ.
Покажите мне правильный путь, пожалуйста. · Please show me the right way.