Греческий словарь
с грамматикой

καθιστώ

[kaˈθisto]глаголB2

Значения

1
делать, превращать (кого-то в кого-то/что-то)
to make, to render (someone/something into) · τον καθιστούν αρχηγό — они делают его главой
2
ставить, помещать (в какое-то положение или состояние)
to place, to put (in a certain position or state) · καθιστά σε δύσκολη θέση — это ставит тебя в трудное положение
3
назначать (на должность)
to appoint (to an office) · καθιστούν διευθυντή — назначают директором

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθιστώ
εσύ
καθιστάς
αυτός
καθιστά
εμείς
καθιστούμε
εσείς
καθιστάτε
αυτοί
καθιστούν
Аорист
εγώ
κατέστησα
εσύ
κατέστησες
αυτός
κατέστησε
εμείς
κατεστήσαμε
εσείς
κατεστήσατε
αυτοί
κατέστησαν
Будущее
εγώ
θα καθιστάνω
εσύ
θα καθιστάνεις
αυτός
θα καθιστάνει
εμείς
θα καθιστάνουμε
εσείς
θα καθιστάνετε
αυτοί
θα καθιστάνουν

Примеры

Αυτή η απόφαση καθιστά τα πράγματα πιο περίπλοκα.
Это решение делает ситуацию более сложной. · This decision makes the situation more complicated.
Το κρίμα του κατέστησε περιθωριακό στην κοινωνία.
Его вина сделала его маргиналом в обществе. · His guilt rendered him an outcast in society.
Τον καθιστούν υπεύθυνο για το έργο.
Его делают ответственным за проект. · They make him responsible for the project.
Οι νέες αναθέσεις καθιστά αναγκαία τη συνεργασία.
Новые обязанности делают сотрудничество необходимым. · The new assignments make cooperation necessary.