Греческий словарь
с грамматикой

καθιστώ

[kaθiˈsto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2

Значения

1
устанавливать, назначать (на должность)
to appoint, to establish in a position · καθιστώ κάποιον διευθυντή — назначить кого-то директором
2
делать, приводить в какое-то состояние
to make, to render, to put into a state · καθιστώ κάτι δυνατό — делать что-то возможным
3
составлять, образовывать
to constitute, to form · αυτό καθιστά τη διαφορά — это составляет разницу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθιστώ
εσύ
καθιστάς
αυτός
καθιστά
εμείς
καθιστούμε
εσείς
καθιστάτε
αυτοί
καθιστούν
Аорист
εγώ
κατέστησα
εσύ
κατέστησες
αυτός
κατέστησε
εμείς
κατεστήσαμε
εσείς
κατεστήσατε
αυτοί
κατέστησαν
Будущее
εγώ
θα καταστήσω
εσύ
θα καταστήσεις
αυτός
θα καταστήσει
εμείς
θα καταστήσουμε
εσείς
θα καταστήσετε
αυτοί
θα καταστήσουν

Примеры

Το κοινοβούλιο κατέστησε νέο πρόεδρο χθες.
Вчера парламент назначил нового президента. · Parliament appointed a new president yesterday.
Αυτή η απόφαση καθιστά την κατάσταση πολύ δύσκολη.
Это решение делает ситуацию очень сложной. · This decision makes the situation very difficult.
Οι αλλαγές θα καταστήσουν το σύστημα πιο αποτελεσματικό.
Эти изменения сделают систему более эффективной. · The changes will make the system more effective.
Η εμπειρία του τον καθιστά ιδανικό υποψήφιο.
Его опыт делает его идеальным кандидатом. · His experience makes him an ideal candidate.