καθιστικός
[kaθistiˈkos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
гостиная, комната для приёма гостей
living room, sitting room · καθιστικό με άνετα έπιπλα — гостиная с удобной мебелью
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο καθιστικός
вин.
τον καθιστικό
род.
του καθιστικού
зват.
καθιστικέ
Мн. ч.
им.
οι καθιστικοί
вин.
τους καθιστικούς
род.
των καθιστικών
зват.
καθιστικοί
Примеры
Ο καθιστικός είναι πολύ φωτεινός.
Гостиная очень светлая. · The living room is very bright.
Το κρεβάτι δεν χωρά στον καθιστικό.
Кровать не помещается в гостиную. · The bed doesn't fit in the living room.
Θέλουμε να ανακαινίσουμε τους καθιστικούς.
Мы хотим отремонтировать гостиные. · We want to renovate the living rooms.
Το σαλόνι του καθιστικού είναι καινούργιο.
Гостиная мебель в гостиной новая. · The sitting furniture in the living room is new.