Греческий словарь
с грамматикой

καθιερώνω

[kaθiɛˈrono]глаголB2

Значения

1
устанавливать, учреждать (закон, традицию, практику)
to establish, institute, set up (a law, tradition, practice) · καθιέρωσε νέα παράδοση — учредил новую традицию
2
делать общепринятым, узаконивать
to make standard or accepted, to legitimize · ο κανόνας καθιερώθηκε σταδιακά — правило постепенно получило признание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθιερώνω
εσύ
καθιερώνεις
αυτός
καθιερώνει
εμείς
καθιερώνουμε
εσείς
καθιερώνετε
αυτοί
καθιερώνουν
Аорист
εγώ
καθιέρωσα
εσύ
καθιέρωσες
αυτός
καθιέρωσε
εμείς
καθιερώσαμε
εσείς
καθιερώσατε
αυτοί
καθιέρωσαν
Будущее
εγώ
θα καθιερώσω
εσύ
θα καθιερώσεις
αυτός
θα καθιερώσει
εμείς
θα καθιερώσουμε
εσείς
θα καθιερώσετε
αυτοί
θα καθιερώσουν

Примеры

Ο νόμος καθιερώθηκε το 1950.
Закон был учреждён в 1950 году. · The law was established in 1950.
Θέλουμε να καθιερώσουμε μια νέα παράδοση.
Мы хотим учредить новую традицию. · We want to establish a new tradition.
Αυτή η πρακτική καθιερώνεται σιγά σιγά.
Эта практика постепенно становится общепринятой. · This practice is gradually becoming standard.
Ο σύγγραφος καθιέρωσε ένα νέο στυλ γραφής.
Писатель установил новый стиль письма. · The author established a new writing style.