καθημερινότητα
[kaθimiˈrinoˈtita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
повседневность, обыденность, рутина
everyday life, ordinariness, daily routine · η καθημερινότητα είναι δύσκολη — повседневная жизнь трудна
2
регулярность, частотность явления в повседневной жизни
regularity, frequency of occurrence in daily life · η καθημερινότητα του φαινομένου — регулярность явления
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καθημερινότητα
вин.
την καθημερινότητα
род.
της καθημερινότητας
зват.
καθημερινότητα
Мн. ч.
им.
οι καθημερινότητες
вин.
τις καθημερινότητες
род.
των καθημερινοτήτων
зват.
καθημερινότητες
Примеры
Η καθημερινότητα της πόλης αλλάζει πολύ γρήγορα.
Повседневная жизнь города меняется очень быстро. · The everyday life of the city changes very quickly.
Χάνουμε την καθημερινότητα σε μια μεγάλη πόλη.
Мы теряем повседневность в большом городе. · We lose the ordinary in a big city.
Η τέχνη αντιστέκεται στην καθημερινότητα με διαφορετικούς τρόπους.
Искусство противостоит обыденности разными способами. · Art resists ordinariness in different ways.
Στις καθημερινότητες του σύγχρονου κόσμου χάνεται η σημασία.
В повседневностях современного мира теряется смысл. · In the everyday routines of the modern world, meaning is lost.