Греческий словарь
с грамматикой

καθηγήτρια

[kaθiˈʝitria]существительноеη · женский родA1

Значения

1
учительница, преподавательница (в школе)
teacher (female, in school) · η καθηγήτρια διδάσκει τα μαθηματικά — учительница преподаёт математику
2
профессор (в университете)
professor (female, at university) · η καθηγήτρια του πανεπιστημίου — профессор университета

Грамматика

Ед. ч.
им.
η καθηγήτρια
вин.
την καθηγήτρια
род.
της καθηγήτριας
зват.
καθηγήτρια
Мн. ч.
им.
οι καθηγήτριες
вин.
τις καθηγήτριες
род.
των καθηγητριών
зват.
καθηγήτριες

Примеры

Η καθηγήτρια μας είναι πολύ αυστηρή.
Наша учительница очень строгая. · Our teacher is very strict.
Την καθηγήτρια την αγαπούν όλοι οι μαθητές.
Эту учительницу любят все ученики. · All the students love this teacher.
Οι καθηγήτριες του λυκείου προετοιμάζουν τους μαθητές για τις εξετάσεις.
Учительницы лицея готовят учеников к экзаменам. · The high school teachers prepare students for exams.
Συνάντησα την καθηγήτρια στο δρόμο.
Я встретила учительницу на улице. · I met the teacher on the street.