καθαρότητα
[kaθaˈrɔtita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
чистота, чистоплотность
cleanliness, purity · η καθαρότητα του σπιτιού — чистота дома
2
честность, добросовестность
integrity, honesty · καθαρότητα χεριών — чистота рук (честность)
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καθαρότητα
вин.
την καθαρότητα
род.
της καθαρότητας
зват.
καθαρότητα
Мн. ч.
им.
οι καθαρότητες
вин.
τις καθαρότητες
род.
των καθαροτήτων
зват.
καθαρότητες
Примеры
Η καθαρότητα είναι πολύ σημαντική στο σπίτι.
Чистота в доме очень важна. · Cleanliness in the home is very important.
Προσέχει την καθαρότητα του περιβάλλοντός του.
Он заботится о чистоте окружающей его среды. · He cares about the cleanliness of his surroundings.
Η καθαρότητα των χεριών του ήταν αμφίβολη.
Его честность вызывала сомнения. · His integrity was questionable.