καθαριστής
[kaθarisˈtis]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
уборщик, дворник
cleaner, janitor · ο καθαριστής του κτιρίου — уборщик здания
2
очищающее средство, чистящее вещество
cleaning agent, detergent · καθαριστής για τα παράθυρα — средство для чистки окон
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο καθαριστής
вин.
τον καθαριστή
род.
του καθαριστή
зват.
καθαριστή
Мн. ч.
им.
οι καθαριστές
вин.
τους καθαριστές
род.
των καθαριστών
зват.
καθαριστές
Примеры
Ο καθαριστής έρχεται κάθε πρωί.
Уборщик приходит каждое утро. · The cleaner comes every morning.
Χρειαζόμαστε έναν καλό καθαριστή για το γραφείο.
Нам нужен хороший уборщик для офиса. · We need a good cleaner for the office.
Αγόρασα καθαριστή για τα δάπεδα.
Я купил средство для чистки полов. · I bought a floor cleaner.
Οι καθαριστές δούλεψαν όλη τη νύχτα.
Уборщики работали всю ночь. · The cleaners worked all night.