καθαριστήριο
[kaθarisˈtirio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
химчистка, прачечная (заведение, где чистят одежду)
dry cleaner's, laundry (establishment where clothes are cleaned) · πάω στο καθαριστήριο — иду в химчистку
2
чистящее средство, очищающее вещество
cleaning agent, cleanser · καθαριστήριο για τα παράθυρα — средство для мытья окон
Грамматика
Ед. ч.
им.
το καθαριστήριο
вин.
το καθαριστήριο
род.
του καθαριστηρίου
зват.
καθαριστήριο
Мн. ч.
им.
τα καθαριστήρια
вин.
τα καθαριστήρια
род.
των καθαριστηρίων
зват.
καθαριστήρια
Примеры
Το καθαριστήριο είναι κλειστό τη Δευτέρα.
Химчистка закрыта по понедельникам. · The dry cleaner's is closed on Mondays.
Πήγα στο καθαριστήριο για να καθαρίσω το παλτό μου.
Я пошёл в химчистку почистить своё пальто. · I went to the dry cleaner's to have my coat cleaned.
Αγόρασα καθαριστήριο για το μπάνιο.
Я купил средство для чистки ванной комнаты. · I bought a bathroom cleaner.
Τα καθαριστήρια σε αυτή την περιοχή είναι πολύ καλά.
Химчистки в этом районе очень хорошие. · The dry cleaners in this area are excellent.