Греческий словарь
с грамматикой

καθαρίζω

[kaθaˈrizo]глаголA1

Значения

1
чистить, очищать
to clean, to cleanse · καθαρίζω το σπίτι — чищу дом
2
очищать (от примесей, загрязнений)
to purify, to clear · καθαρίζω το νερό — очищаю воду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθαρίζω
εσύ
καθαρίζεις
αυτός
καθαρίζει
εμείς
καθαρίζουμε
εσείς
καθαρίζετε
αυτοί
καθαρίζουν
Аорист
εγώ
κάθαρα
εσύ
κάθαρες
αυτός
κάθαρε
εμείς
καθαρίσαμε
εσείς
καθαρίσατε
αυτοί
κάθαραν
Будущее
εγώ
θα καθαρίσω
εσύ
θα καθαρίσεις
αυτός
θα καθαρίσει
εμείς
θα καθαρίσουμε
εσείς
θα καθαρίσετε
αυτοί
θα καθαρίσουν

Примеры

Καθαρίζω το σπίτι κάθε Σάββατο.
Я чищу дом каждую субботу. · I clean the house every Saturday.
Η μητέρα του καθάρισε τα παράθυρα.
Его мать помыла окна. · His mother cleaned the windows.
Θα καθαρίσουμε το κουζίνα αργότερα.
Мы почистим кухню позже. · We will clean the kitchen later.
Καθαρίζεται το νερό με φίλτρα.
Вода очищается фильтрами. · The water is purified with filters.