Греческий словарь
с грамматикой

καθαιρώ

[kaθeˈro]глаголB2

Значения

1
смещать с должности, отстранять от власти
remove from office, depose · καθαιρώ έναν διοικητή — смещаю администратора
2
разрушать, сносить, демонтировать
demolish, tear down, dismantle · καθαιρώ ένα κτίριο — сношу здание
3
свергать, низвергать (правителя, режим)
overthrow, topple (a ruler, regime) · καθαιρώ έναν τύραννο — свергаю тирана

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθαιρώ
εσύ
καθαιρείς
αυτός
καθαιρεί
εμείς
καθαιρούμε
εσείς
καθαιρείτε
αυτοί
καθαιρούν
Аорист
εγώ
κατέρρευσα
εσύ
κατέρρευσες
αυτός
κατέρρευσε
εμείς
κατερρεύσαμε
εσείς
κατερρεύσατε
αυτοί
κατέρρευσαν
Будущее
εγώ
θα καθαιρέσω
εσύ
θα καθαιρέσεις
αυτός
θα καθαιρέσει
εμείς
θα καθαιρέσουμε
εσείς
θα καθαιρέσετε
αυτοί
θα καθαιρέσουν

Примеры

Η κυβέρνηση κατέρρευσε τον αυταρχικό πρόεδρο.
Правительство свергло авторитарного президента. · The government overthrew the authoritarian president.
Καθαιρούν τα παλιά κτίρια για να χτίσουν καινούργια.
Они сносят старые здания, чтобы построить новые. · They are demolishing old buildings to construct new ones.
Ο δήμαρχος καθαιρέθηκε από τη θέση του λόγω διαφθοράς.
Мэр был отстранён от должности из-за коррупции. · The mayor was removed from his position due to corruption.
Θα καθαιρέσουν τον παλιό σταθμό του τρένου.
Они снесут старый железнодорожный вокзал. · They will demolish the old railway station.