Греческий словарь
с грамматикой

καθίσω

[kaˈðiso]глаголA1

Значения

1
сидеть (совершенный вид)
sit down, be seated · Κάθισε στην καρέκλα — Сядь на стул
2
усаживать, заставлять сидеть
seat, make someone sit · Κάθισα τα παιδιά — Я усадил детей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κάθησα
εσύ
κάθησες
αυτός
κάθησε
εμείς
καθήσαμε
εσείς
καθήσατε
αυτοί
κάθησαν
Аорист
εγώ
κάθισα
εσύ
κάθισες
αυτός
κάθισε
εμείς
καθίσαμε
εσείς
καθίσατε
αυτοί
κάθισαν
Будущее
εγώ
θα καθίσω
εσύ
θα καθίσεις
αυτός
θα καθίσει
εμείς
θα καθίσουμε
εσείς
θα καθίσετε
αυτοί
θα καθίσουν

Примеры

Κάθισε δίπλα μου στο σαλόνι.
Он сел рядом со мной в гостиной. · He sat down next to me in the living room.
Θα καθίσουμε και θα φάμε μαζί.
Мы сядем и будем есть вместе. · We will sit down and eat together.
Ο δάσκαλος κάθισε τους μαθητές στο γραφείο.
Учитель усадил учеников за парту. · The teacher seated the students at the desk.
Κάθισε, παρακαλώ, και πες μας τι θέλεις.
Садись, пожалуйста, и скажи нам, что тебе нужно. · Sit down, please, and tell us what you need.