Греческий словарь
с грамматикой

καθίζω

[kaˈðizo]глаголA1

Значения

1
сидеть (занимать сидячее положение)
sit (take a seated position) · Καθίζω στην καρέκλα. — Я сажусь на стул.
2
садить, усаживать (заставлять сидеть)
seat, make sit (cause to sit down) · Καθίζω το παιδί στο τραπέζι. — Я усаживаю ребёнка за стол.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καθίζω
εσύ
καθίζεις
αυτός
καθίζει
εμείς
καθίζουμε
εσείς
καθίζετε
αυτοί
καθίζουν
Аорист
εγώ
κάθισα
εσύ
κάθισες
αυτός
κάθισε
εμείς
καθίσαμε
εσείς
καθίσατε
αυτοί
κάθισαν
Будущее
εγώ
θα καθίσω
εσύ
θα καθίσεις
αυτός
θα καθίσει
εμείς
θα καθίσουμε
εσείς
θα καθίσετε
αυτοί
θα καθίσουν

Примеры

Το πρωί καθίζω και πίνω καφέ.
По утрам я сажусь и пью кофе. · In the morning I sit down and drink coffee.
Κάθισε εδώ δίπλα μας.
Присядь сюда рядом с нами. · Sit here next to us.
Έχει καθίσει στην ίδια καρέκλα για χρόνια.
Он сидит на одном и том же стуле уже годы. · He has been sitting in the same chair for years.
Θα καθίσουν μαζί στο εστιατόριο.
Они будут сидеть вместе в ресторане. · They will sit together at the restaurant.