Греческий словарь
с грамматикой

καθάρισμα

[kaˈθarizma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
чистка, уборка
cleaning, cleansing · το καθάρισμα του σπιτιού — уборка дома
2
отходы, отбросы
waste, refuse, sweepings · τα καθαρίσματα της κουζίνας — кухонные отходы

Грамматика

Ед. ч.
им.
το καθάρισμα
вин.
το καθάρισμα
род.
του καθαρίσματος
зват.
καθάρισμα
Мн. ч.
им.
τα καθαρίσματα
вин.
τα καθαρίσματα
род.
των καθαρισμάτων
зват.
καθαρίσματα

Примеры

Το καθάρισμα του διαμερίσματος πήρε τρεις ώρες.
Уборка квартиры заняла три часа. · Cleaning the apartment took three hours.
Πέταξε τα καθαρίσματα στο κάδο.
Он выбросил отходы в мусорный бак. · He threw the waste in the bin.
Χρειαζόμαστε σκουπίδια για τα καθαρίσματα της κουζίνας.
Нам нужны пакеты для кухонных отходов. · We need bags for kitchen waste.