καγκελάριος
[kaŋɡeˈlarjos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
канцлер (глава канцелярии или высокопоставленный государственный деятель)
chancellor (head of a chancery or senior government official) · ο καγκελάριος της χώρας — канцлер страны
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο καγκελάριος
вин.
τον καγκελάριο
род.
του καγκελάριου
зват.
καγκελάριε
Мн. ч.
им.
οι καγκελάριοι
вин.
τους καγκελάριους
род.
των καγκελαρίων
зват.
καγκελάριοι
Примеры
Ο καγκελάριος της Γερμανίας συναντήθηκε με τον πρόεδρο.
Канцлер Германии встретился с президентом. · The German chancellor met with the president.
Στη Βρετανία, ο καγκελάριος ελέγχει τα δημόσια οικονομικά.
В Британии канцлер контролирует государственные финансы. · In Britain, the chancellor controls public finances.
Ο καγκελάριος ανακοίνωσε τα νέα μέτρα της κυβέρνησης.
Канцлер объявил о новых мерах правительства. · The chancellor announced the government's new measures.