Греческий словарь
с грамматикой

καίω

[ˈkɛo]глаголA2

Значения

1
жечь, гореть (переходный)
to burn, to set on fire (transitive) · καίω το χαρτί — я жгу бумагу
2
жечь, причинять боль (о ран, чувстве)
to sting, to burn (of pain, sensation) · η πληγή καίει — рана жжёт

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καίω
εσύ
καίς
αυτός
καίει
εμείς
καίμε
εσείς
καίτε
αυτοί
καίνε
Аорист
εγώ
έκαψα
εσύ
έκαψες
αυτός
έκαψε
εμείς
κάψαμε
εσείς
κάψατε
αυτοί
έκαψαν
Будущее
εγώ
θα κάψω
εσύ
θα κάψεις
αυτός
θα κάψει
εμείς
θα κάψουμε
εσείς
θα κάψετε
αυτοί
θα κάψουν

Примеры

Το πυρ καίει το ξύλο γρήγορα.
Огонь быстро сжигает дерево. · The fire burns the wood quickly.
Έκαψε όλα τα γράμματα του.
Он сжёг все свои письма. · He burned all his letters.
Τα μάτια του καίγονται από το αλάτι.
У него жгут глаза от соли. · His eyes are stinging from the salt.
Κάψε την κόκκινη σημαία στην πλατεία.
Сожги красный флаг на площади. · Burn the red flag in the square.