Греческий словарь
с грамматикой

καίγω

[ˈkɛɣo]глаголB1

Значения

1
жечь, сжигать
to burn, to set on fire · καίγω το χαρτί — жгу бумагу
2
палить, обжигать
to scorch, to sear · ο ήλιος καίγει το δέρμα — солнце обжигает кожу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καίγω
εσύ
καίγεις
αυτός
καίγει
εμείς
καίγουμε
εσείς
καίγετε
αυτοί
καίγουν
Аорист
εγώ
έκαψα
εσύ
έκαψες
αυτός
έκαψε
εμείς
έκαψαν
εσείς
έκαψατε
αυτοί
έκαψαν
Будущее
εγώ
θα καίγω
εσύ
θα καίγεις
αυτός
θα καίγει
εμείς
θα καίγουμε
εσείς
θα καίγετε
αυτοί
θα καίγουν

Примеры

Κάποιος έκαψε το παλιό ξύλο χθες.
Кто-то вчера сжег старое дерево. · Someone burned the old wood yesterday.
Προσοχή, το φωτιά καίγει πολύ.
Осторожно, огонь очень сильно жжет. · Be careful, the fire burns fiercely.
Τα φύλλα καίγονταν στη φωτιά.
Листья горели в огне. · The leaves were burning in the fire.
Του έκαψε το χέρι με το ζεστό νερό.
Горячая вода обожгла ему руку. · The hot water scalded his hand.