Греческий словарь
с грамматикой

καίγομαι

[ˈkeɣome]глаголB1

Значения

1
гореть, пылать (о огне)
burn, blaze (of fire) · η φωτιά καίγεται — огонь горит
2
страдать, мучиться (эмоционально)
suffer, burn with emotion · καίγομαι από ζήλια — гореть от ревности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καίγομαι
εσύ
καίγεσαι
αυτός
καίγεται
εμείς
καιγόμαστε
εσείς
καίγεστε
αυτοί
καίγονται
Аорист
εγώ
κάηκα
εσύ
κάηκες
αυτός
κάηκε
εμείς
κάηκαν
εσείς
κάηκαν
αυτοί
κάηκαν
Будущее
εγώ
θα καώ
εσύ
θα καείς
αυτός
θα καεί
εμείς
θα καούμε
εσείς
θα καείτε
αυτοί
θα καούν

Примеры

Το σπίτι καίγεται από τη φωτιά.
Дом горит в огне. · The house is burning in the fire.
Το παιδί καίγεται από πυρετό.
Ребёнок горит от температуры. · The child is burning with fever.
Κάηκε από τη ζήλια και το θυμό του.
Он горел от ревности и гнева. · He burned with jealousy and rage.
Τα αρχαία κείμενα κάηκαν στη βιβλιοθήκη.
Древние рукописи сгорели в библиотеке. · The ancient manuscripts burned in the library.