κίνηση
[ˈcinisi]существительноеη · женский родA1
Значения
1
движение
movement, motion · κίνηση του σώματος — движение тела
2
жест
gesture · κίνηση του χεριού — движение руки
3
ход, поступок
move, action · σωστή κίνηση — правильный ход
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κίνηση
вин.
την κίνηση
род.
της κίνησης
зват.
κίνηση
Мн. ч.
им.
οι κινήσεις
вин.
τις κινήσεις
род.
των κινήσεων
зват.
κινήσεις
Примеры
Η κίνηση του αυτοκινήτου ήταν πολύ γρήγορη.
Движение автомобиля было очень быстрым. · The car's movement was very fast.
Έκανε μια περίεργη κίνηση με το κεφάλι.
Он сделал странный жест головой. · He made a strange gesture with his head.
Αυτή ήταν η καλύτερη κίνησή του στο παιχνίδι.
Это был его лучший ход в игре. · That was his best move in the game.
Οι κινήσεις του χορευτή ήταν εκφραστικές.
Движения танцора были выразительными. · The dancer's movements were expressive.