κέρατο
[ˈkerato]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
рог (животного)
horn (of an animal) · τα κέρατα του αγελάδας — рога коровы
2
рог (музыкальный инструмент)
horn (musical instrument) · παίζει το κέρατο — он играет на роге
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κέρατο
вин.
το κέρατο
род.
του κέρατου
зват.
κέρατο
Мн. ч.
им.
τα κέρατα
вин.
τα κέρατα
род.
των κεράτων
зват.
κέρατα
Примеры
Το πρόβατο έχει μεγάλα κέρατα.
У барана большие рога. · The ram has large horns.
Το αγόρι χτυπά το κέρατο στη συναυλία.
Мальчик играет на роге на концерте. · The boy plays the horn at the concert.
Τα κέρατα του ταύρου είναι επικίνδυνα.
Рога быка опасны. · The bull's horns are dangerous.