κάρβουνο
[ˈkarvuno]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
уголь (топливо)
coal (fuel) · ψήσιμο με κάρβουνο — жарка на углях
2
древесный уголь
charcoal · κάρβουνο για ζωγραφική — уголь для рисования
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κάρβουνο
вин.
το κάρβουνο
род.
του κάρβουνου
зват.
κάρβουνο
Мн. ч.
им.
τα κάρβουνα
вин.
τα κάρβουνα
род.
των κάρβουνων
зват.
κάρβουνα
Примеры
Χρειαζόμαστε κάρβουνο για το ψησταριό.
Нам нужен уголь для барбекю. · We need charcoal for the barbecue.
Τα κάρβουνα καίγονται γρήγορα αυτή τη νύχτα.
Угли сегодня ночью горят быстро. · The coals are burning fast tonight.
Ο ζωγράφος σχεδιάζει με κάρβουνο.
Художник рисует углём. · The artist draws with charcoal.