Греческий словарь
с грамматикой

κάμπτω

[ˈkambto]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
гнуть, сгибать
to bend, to flex · κάμπτω το χέρι μου — я гну руку
2
преодолевать, покорять (сопротивление, препятствие)
to overcome, to subdue, to break (resistance) · κάμπτω την αντίσταση — я преодолеваю сопротивление

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κάμπτω
εσύ
κάμπτεις
αυτός
κάμπτει
εμείς
κάμπτουμε
εσείς
κάμπτετε
αυτοί
κάμπτουν
Аорист
εγώ
έκαμψα
εσύ
έκαμψες
αυτός
έκαμψε
εμείς
καμψάμε
εσείς
καμψάτε
αυτοί
έκαμψαν
Будущее
εγώ
θα κάμψω
εσύ
θα κάμψεις
αυτός
θα κάμψει
εμείς
θα κάμψουμε
εσείς
θα κάμψετε
αυτοί
θα κάμψουν

Примеры

Έκαμψε το σώμα του προς τα εμπρός.
Он согнул туловище вперед. · He bent his body forward.
Η δικτατορία κάμπτει τη θέληση του λαού.
Диктатура подавляет волю народа. · The dictatorship suppresses the people's will.
Δεν θα κάμψουμε ποτέ την αρχή μας.
Мы никогда не поступимся нашими принципами. · We will never compromise on our principles.
Κάμπτε τα γόνατα και καθίστε.
Согните колени и сядьте. · Bend your knees and sit down.