Греческий словарь
с грамматикой

κάθομαι

[ˈkaθome]глаголA1

Значения

1
сидеть
to sit · κάθομαι στην καρέκλα — сидеть на стуле
2
находиться, быть расположенным
to be located, to be situated · Το σπίτι κάθεται στο λόφο. — дом расположен на холме

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κάθομαι
εσύ
κάθεσαι
αυτός
κάθεται
εμείς
καθόμαστε
εσείς
κάθεστε
αυτοί
κάθονται
Аорист
εγώ
κάθισα
εσύ
κάθισες
αυτός
κάθισε
εμείς
καθίσαμε
εσείς
καθίσατε
αυτοί
κάθισαν
Будущее
εγώ
θα κάθισω
εσύ
θα κάθισεις
αυτός
θα κάθισει
εμείς
θα καθίσουμε
εσείς
θα καθίσετε
αυτοί
θα κάθισουν

Примеры

Κάθομαι στον καναπέ και διαβάζω.
Я сижу на диване и читаю. · I'm sitting on the sofa reading.
Κάθισε δίπλα μου χθες.
Он сел рядом со мной вчера. · He sat down next to me yesterday.
Καθόμαστε και περιμένουμε τον γιατρό.
Мы сидим и ждём врача. · We're sitting and waiting for the doctor.
Το εστιατόριο κάθεται κοντά στη θάλασσα.
Ресторан расположен рядом с морем. · The restaurant is located near the sea.