Греческий словарь
с грамматикой

ιός

[iˈos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
вирус
virus · ο ιός της γρίπης — вирус гриппа
2
яд, отрава
venom, poison · ο ιός του φιδιού — змеиный яд

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο ιός
вин.
τον ιό
род.
του ιού
зват.
ιέ
Мн. ч.
им.
οι ιοί
вин.
τους ιούς
род.
των ιών
зват.
ιοί

Примеры

Ο ιός του κορωνοϊού είναι πολύ μεταδοτικός.
Вирус коронавируса очень заразный. · The coronavirus is highly contagious.
Τα εμβόλια προστατεύουν από τους ιούς της γρίπης.
Вакцины защищают от вирусов гриппа. · Vaccines protect against flu viruses.
Ο ιός του φιδιού μπορεί να είναι θανατηφόρος.
Яд змеи может быть смертельным. · Snake venom can be fatal.