Греческий словарь
с грамматикой

ισότητα

[isoˈtita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
равенство, равноправие
equality, equal rights · ισότητα ανδρών και γυναικών — равенство мужчин и женщин
2
одинаковость, сходство
sameness, identity · ισότητα των δύο αριθμών — одинаковость двух чисел

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ισότητα
вин.
την ισότητα
род.
της ισότητας
зват.
ισότητα
Мн. ч.
им.
οι ισότητες
вин.
τις ισότητες
род.
των ισοτήτων
зват.
ισότητες

Примеры

Η ισότητα είναι θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας.
Равенство — фундаментальный принцип демократии. · Equality is a fundamental principle of democracy.
Αγωνίζονται για την ισότητα των δικαιωμάτων.
Они борются за равенство прав. · They are fighting for equal rights.
Στα μαθηματικά, η ισότητα σημαίνει ότι οι δύο πλευρές είναι ίδιες.
В математике равенство означает, что обе стороны одинаковы. · In mathematics, equality means both sides are the same.