Греческий словарь
с грамматикой

ισχυρίζομαι

[isxiˈrizome]глаголB1

Значения

1
утверждать, настаивать (на чём-либо)
claim, assert, maintain · ισχυρίζεται ότι είναι αθώος — он утверждает, что невиновен
2
доказывать, приводить аргументы
argue, contend · ισχυρίζονται με δυνατά επιχειρήματα — они доказывают убедительными аргументами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ισχυρίζομαι
εσύ
ισχυρίζεσαι
αυτός
ισχυρίζεται
εμείς
ισχυριζόμαστε
εσείς
ισχυρίζεστε
αυτοί
ισχυρίζονται
Аорист
εγώ
ισχυρίστηκα
εσύ
ισχυρίστηκες
αυτός
ισχυρίστηκε
εμείς
ισχυριστήκαμε
εσείς
ισχυριστήκατε
αυτοί
ισχυρίστηκαν
Будущее
εγώ
θα ισχυριστώ
εσύ
θα ισχυριστείς
αυτός
θα ισχυριστεί
εμείς
θα ισχυριστούμε
εσείς
θα ισχυριστείτε
αυτοί
θα ισχυριστούν

Примеры

Ο δικηγόρος ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος.
Адвокат утверждает, что подсудимый невиновен. · The lawyer claims that the defendant is innocent.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ κάτι χωρίς αποδείξεις.
Я не могу утверждать что-либо без доказательств. · I cannot assert anything without evidence.
Ισχυρίστηκαν ότι είδαν κάτι περίεργο στη νύχτα.
Они заявили, что видели что-то странное ночью. · They claimed they saw something strange at night.