Греческий словарь
с грамматикой

ιστοσελίδα

[istoseˈliða]существительноеη · женский родA2

Значения

1
веб-страница, веб-сайт
webpage, website · η ιστοσελίδα της εταιρείας — веб-сайт компании

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ιστοσελίδα
вин.
την ιστοσελίδα
род.
της ιστοσελίδας
зват.
ιστοσελίδα
Мн. ч.
им.
οι ιστοσελίδες
вин.
τις ιστοσελίδες
род.
των ιστοσελίδων
зват.
ιστοσελίδες

Примеры

Η ιστοσελίδα φορτώνεται πολύ αργά σήμερα.
Веб-сайт сегодня загружается очень медленно. · The website is loading very slowly today.
Επισκέφθηκα την ιστοσελίδα της τράπεζας.
Я посетил веб-сайт банка. · I visited the bank's website.
Αυτές οι ιστοσελίδες δεν είναι ασφαλείς.
Эти веб-сайты небезопасны. · These websites are not secure.
Χρειαζόμαστε μια καλύτερη ιστοσελίδα για τα προϊόντα μας.
Нам нужен лучший веб-сайт для наших товаров. · We need a better website for our products.