Греческий словарь
с грамматикой

ισούμαι

[iˈsumai]глаголB1

Значения

1
быть равным, равняться
to equal, to be equal to · Δύο συν δύο ισούνται με τέσσερα. — Два плюс два равняется четырём.
2
иметь равный статус, находиться на одном уровне
to be on equal footing with, to be equivalent to · Δεν ισούμαι με εσάς σε εμπειρία. — Я не равен вам по опыту.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ισούμαι
εσύ
ισούσαι
αυτός
ισούται
εμείς
ισούμαστε
εσείς
ισούστε
αυτοί
ισούνται
Аорист
εγώ
ισώθηκα
εσύ
ισώθηκες
αυτός
ισώθηκε
εμείς
ισώθηκαν
εσείς
ισώθηκαν
αυτοί
ισώθηκαν
Будущее
εγώ
θα ισωθώ
εσύ
θα ισωθείς
αυτός
θα ισωθεί
εμείς
θα ισωθούμε
εσείς
θα ισωθείτε
αυτοί
θα ισωθούν

Примеры

Το ύψος του ισούται με το δικό μας.
Его высота равна нашей. · His height equals ours.
Αυτό το λάθος ισούται με αποτυχία.
Эта ошибка равносильна провалу. · This mistake is tantamount to failure.
Οι δυο ομάδες δεν ισούνται σε δύναμη.
Две команды не равны по силе. · The two teams are not equal in strength.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία ισωθούν, θα χωρίσουν ήσυχα.
Если активы будут уравнены, они разойдутся мирно. · If the assets are equalized, they will part peacefully.