Греческий словарь
с грамматикой

ισορροπία

[isoriˈpia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
равновесие, баланс
balance, equilibrium · η ισορροπία του σώματος — равновесие тела
2
душевное равновесие, спокойствие
emotional balance, composure · χάνω την ισορροπία μου — теряю душевное равновесие
3
равновесие (в экономике, политике)
balance (economic, political) · ισορροπία δυνάμεων — баланс сил

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ισορροπία
вин.
την ισορροπία
род.
της ισορροπίας
зват.
ισορροπία
Мн. ч.
им.
οι ισορροπίες
вин.
τις ισορροπίες
род.
των ισορροπιών
зват.
ισορροπίες

Примеры

Ο χορευτής διατήρησε την ισορροπία του με δυσκολία.
Танцовщик с трудом сохранял равновесие. · The dancer struggled to maintain his balance.
Χρειάζεται να βρεις την ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και την οικογένεια.
Нужно найти баланс между работой и семьей. · You need to find balance between work and family.
Έχασε την ψυχική του ισορροπία μετά τα δύσκολα γεγονότα.
После тяжелых событий он потерял душевное равновесие. · He lost his emotional balance after the difficult events.
Η οικονομική ισορροπία της χώρας είναι ευάλωτη.
Экономический баланс страны уязвим. · The country's economic balance is fragile.