Греческий словарь
с грамматикой

ισοδυναμώ

[isoðinaˈmo]глаголB2

Значения

1
быть эквивалентным, равноценным
to be equivalent, to amount to the same thing · αυτό ισοδυναμεί με απόρριψη — это эквивалентно отказу
2
иметь одинаковую стоимость или значение
to have equal value or significance · οι δύο προσφορές ισοδυναμούν — две предложения равноценны

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ισοδυναμώ
εσύ
ισοδυναμάς
αυτός
ισοδυναμά
εμείς
ισοδυναμούμε
εσείς
ισοδυναμάτε
αυτοί
ισοδυναμούν
Аорист
εγώ
ισοδύναμα
εσύ
ισοδύναμες
αυτός
ισοδύναμε
εμείς
ισοδυνάμαμε
εσείς
ισοδυνάματε
αυτοί
ισοδύναμαν
Будущее
εγώ
θα ισοδυναμώ
εσύ
θα ισοδυναμάς
αυτός
θα ισοδυναμά
εμείς
θα ισοδυναμούμε
εσείς
θα ισοδυναμάτε
αυτοί
θα ισοδυναμούν

Примеры

Η αποχή ισοδυναμεί με ψήφο κατά.
Неучастие в голосовании эквивалентно голосу против. · Abstaining from voting amounts to voting against.
Αυτό ισοδυναμά με παραδοχή του σφάλματος.
Это равносильно признанию ошибки. · That is tantamount to an admission of the error.
Οι δύο συμφωνίες ισοδυναμούν στο αποτέλεσμα.
Два соглашения равноценны по результату. · The two agreements are equivalent in outcome.