ισοδυναμία
[isoðinaˈmia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
эквивалентность, равноценность
equivalence, equality in value or worth · η ισοδυναμία των δύο προτάσεων — эквивалентность двух предложений
2
равнозначность, одинаковое значение
having the same significance or importance · ισοδυναμία των ψήφων — равнозначность голосов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ισοδυναμία
вин.
την ισοδυναμία
род.
της ισοδυναμίας
зват.
ισοδυναμία
Мн. ч.
им.
οι ισοδυναμίες
вин.
τις ισοδυναμίες
род.
των ισοδυναμιών
зват.
ισοδυναμίες
Примеры
Η ισοδυναμία των δύο συμφωνιών είναι προφανής.
Эквивалентность двух соглашений очевидна. · The equivalence of the two agreements is clear.
Αναγνώρισαν την ισοδυναμία των διπλωμάτων.
Они признали равноценность дипломов. · They recognized the equivalence of the diplomas.
Η ισοδυναμία μεταξύ των κατηγοριών δεν ήταν σαφής.
Равнозначность между категориями была неясной. · The equivalence between the categories was unclear.