Греческий словарь
с грамматикой

ιρλανδικός

[irlanðiˈkos]прилагательноеA2

Значения

1
ирландский
Irish · ιρλανδικό τραγούδι — ирландская песня

Грамматика

мужской род
им.
ιρλανδικός
вин.
ιρλανδικό
род.
ιρλανδικού
зват.
ιρλανδικέ
женский род
им.
ιρλανδική
вин.
ιρλανδική
род.
ιρλανδικής
зват.
ιρλανδική
средний род
им.
ιρλανδικό
вин.
ιρλανδικό
род.
ιρλανδικού
зват.
ιρλανδικό

Примеры

Είναι από την Ιρλανδία και μιλάει ιρλανδικά.
Она родом из Ирландии и говорит по-ирландски. · She is from Ireland and speaks Irish.
Μου αρέσει το ιρλανδικό ουίσκι πολύ.
Мне очень нравится ирландский виски. · I really like Irish whiskey.
Η ιρλανδική παραδοσιακή μουσική είναι πολύ ωραία.
Ирландская традиционная музыка очень красивая. · Irish traditional music is very beautiful.
Έχει ιρλανδικές ρίζες από την πλευρά της μητέρας.
У неё ирландские корни со стороны матери. · She has Irish ancestry on her mother's side.