Греческий словарь
с грамматикой

ιππότης

[ipoˈtis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
рыцарь
knight · ο ιππότης του Μεσαίωνα — средневековый рыцарь
2
всадник
rider, horseman · ένας ικανός ιππότης — опытный всадник

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο ιππότης
вин.
τον ιππότη
род.
του ιππότη
зват.
ιππότη
Мн. ч.
им.
οι ιππότες
вин.
τους ιππότες
род.
των ιππότων
зват.
ιππότες

Примеры

Οι ιππότες της Μεσαίωνας φορούσαν βαριά πανοπλία.
Средневековые рыцари носили тяжелые доспехи. · Medieval knights wore heavy armor.
Ο ιππότης καβάλησε το άλογό του με δεξιότητα.
Рыцарь ловко вскочил на коня. · The knight skillfully mounted his horse.
Αυτός είναι ένας αριστοκράτης και ιππότης της χώρας.
Он аристократ и рыцарь этой страны. · He is a nobleman and knight of the realm.