Греческий словарь
с грамматикой

ιππεύω

[iˈpevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
ездить верхом на лошади
to ride on horseback · ιππεύω κάθε πρωί — каждое утро я верхом
2
скакать, мчаться верхом
to gallop, to ride fast · ιππεύει προς το κάστρο — скачет к замку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ιππεύω
εσύ
ιππεύεις
αυτός
ιππεύει
εμείς
ιππεύουμε
εσείς
ιππεύετε
αυτοί
ιππεύουν
Аорист
εγώ
ιππευσα
εσύ
ιππευσες
αυτός
ιππευσε
εμείς
ιππευσαμε
εσείς
ιππευσατε
αυτοί
ιππευσαν
Будущее
εγώ
θα ιππευσω
εσύ
θα ιππευσεις
αυτός
θα ιππευσει
εμείς
θα ιππευσουμε
εσείς
θα ιππευσετε
αυτοί
θα ιππευσουν

Примеры

Ο ιπποσκοπος ιππευει καθημερινα στο δασος.
Конный разведчик ездит верхом ежедневно в лесу. · The cavalry scout rides daily in the forest.
Ιππευσαν για ωρες προς το χωριο.
Они скакали верхом часами в направлении деревни. · They rode for hours toward the village.
Θα ιππευσω στην παραλια αυριο το πρωι.
Завтра с утра я буду ездить верхом на пляже. · Tomorrow morning I'll ride along the beach.
Στην αρχαια Ελλαδα, οι μαχιμοι ιππευαν με οπλα.
В древней Греции воины ездили верхом, вооружённые. · In ancient Greece, warriors rode armed.