Греческий словарь
с грамматикой

ικετεύω

[ikeˈtevo]глаголB2

Значения

1
молить, умолять, взывать (к кому-либо)
to beseech, to implore, to appeal to · ικετεύω τον θεό — молю богов
2
просить, просить о помощи
to request, to ask for aid · ικετεύω για βοήθεια — прошу о помощи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ικετεύω
εσύ
ικετεύεις
αυτός
ικετεύει
εμείς
ικετεύουμε
εσείς
ικετεύετε
αυτοί
ικετεύουν
Аорист
εγώ
ικέτευσα
εσύ
ικέτευσες
αυτός
ικέτευσε
εμείς
ικετεύσαμε
εσείς
ικετεύσατε
αυτοί
ικέτευσαν
Будущее
εγώ
θα ικετεύσω
εσύ
θα ικετεύσεις
αυτός
θα ικετεύσει
εμείς
θα ικετεύσουμε
εσείς
θα ικετεύσετε
αυτοί
θα ικετεύσουν

Примеры

Ο δικηγόρος ικέτευσε τον δικαστή για έλεος.
Адвокат умолял судью о милосердии. · The lawyer beseeched the judge for mercy.
Ικετεύουν τον πρόεδρο να διαλύσει τη σύγκρουση.
Они взывают к президенту разрешить конфликт. · They appeal to the president to resolve the conflict.
Θα ικετεύσω τη μητέρα να με αφήσει να πάω.
Я умолю мать отпустить меня. · I will beseech my mother to let me go.