Греческий словарь
с грамматикой

ικανότητα

[ɪkɐˈnotɪtɐ]существительноеη · женский родB1

Значения

1
способность, умение
ability, capability · η ικανότητα να δουλεύει — способность работать
2
компетентность, квалификация
competence, qualification · επαγγελματική ικανότητα — профессиональная компетентность

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ικανότητα
вин.
την ικανότητα
род.
της ικανότητας
зват.
ικανότητα
Мн. ч.
им.
οι ικανότητες
вин.
τις ικανότητες
род.
των ικανοτήτων
зват.
ικανότητες

Примеры

Έχει εξαιρετική ικανότητα στα μαθηματικά.
У неё исключительные способности в математике. · She has exceptional ability in mathematics.
Οι ικανότητές του ήταν αναγνωρισμένες σε όλο τον κλάδο.
Его компетентность была признана во всей отрасли. · His competence was recognised throughout the industry.
Πρέπει να αναπτύξουμε την ικανότητά μας να προσαρμόζεται.
Нам нужно развивать нашу способность адаптироваться. · We need to develop our capacity to adapt.