Греческий словарь
с грамматикой

ικανοποιώ

[ikanopɔˈjo]глаголB1

Значения

1
удовлетворять, удовлетворить
to satisfy · ικανοποιώ τον πελάτη — удовлетворить клиента
2
выполнять, исполнять (требование, условие)
to fulfil, to meet (requirement, condition) · ικανοποιώ τις προϋποθέσεις — выполнить условия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ικανοποιώ
εσύ
ικανοποιείς
αυτός
ικανοποιεί
εμείς
ικανοποιούμε
εσείς
ικανοποιείτε
αυτοί
ικανοποιούν
Аорист
εγώ
ικανοποίησα
εσύ
ικανοποίησες
αυτός
ικανοποίησε
εμείς
ικανοποιήσαμε
εσείς
ικανοποιήσατε
αυτοί
ικανοποίησαν
Будущее
εγώ
θα ικανοποιήσω
εσύ
θα ικανοποιήσεις
αυτός
θα ικανοποιήσει
εμείς
θα ικανοποιήσουμε
εσείς
θα ικανοποιήσετε
αυτοί
θα ικανοποιήσουν

Примеры

Αυτή η απάντηση δεν με ικανοποιεί.
Этот ответ меня не удовлетворяет. · This answer doesn't satisfy me.
Ικανοποίησαν όλες τις απαιτήσεις του συμβολαίου.
Они выполнили все требования контракта. · They met all the contract requirements.
Θα ικανοποιήσουν τους πελάτες με καλή εξυπηρέτηση.
Они удовлетворят клиентов хорошим обслуживанием. · They will satisfy customers with good service.
Είμαι ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα.
Я доволен результатом. · I'm satisfied with the result.