ικανοποιητικός
[ika.no.poi.iˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
удовлетворительный, приемлемый
satisfactory, acceptable · ικανοποιητικό αποτέλεσμα — удовлетворительный результат
2
способный удовлетворить требования, достаточный
adequate, sufficient to meet requirements · ικανοποιητικές δυνάμεις — достаточные силы
Грамматика
мужской род
им.
ικανοποιητικός
вин.
ικανοποιητικό
род.
ικανοποιητικού
зват.
ικανοποιητικέ
женский род
им.
ικανοποιητική
вин.
ικανοποιητική
род.
ικανοποιητικής
зват.
ικανοποιητική
средний род
им.
ικανοποιητικό
вин.
ικανοποιητικό
род.
ικανοποιητικού
зват.
ικανοποιητικό
Примеры
Τα αποτελέσματά του ήταν ικανοποιητικά για τον δάσκαλο.
Его результаты были удовлетворительны для учителя. · His results were satisfactory for the teacher.
Έχουμε ικανοποιητικές πηγές νερού στην περιοχή.
У нас есть достаточные источники воды в регионе. · We have adequate water sources in the region.
Η ικανοποιητική ποιότητα δεν είναι αρκετή για εμάς.
Удовлетворительного качества для нас недостаточно. · Satisfactory quality is not enough for us.
Πήρε ικανοποιητικό βαθμό στο τεστ.
Он получил удовлетворительную оценку на тесте. · He got a satisfactory mark on the test.