Греческий словарь
с грамматикой

ικανοποιημένος

[ikanopoˈimenos]прилагательноеB1

Значения

1
удовлетворённый, довольный
satisfied, content · είμαι ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα — я доволен результатом
2
удовлетворённый (о потребности, просьбе)
fulfilled, gratified (of a need, request) · οι ικανοποιημένες απαιτήσεις — удовлетворённые требования

Грамматика

мужской род
им.
ικανοποιημένος
вин.
ικανοποιημένο
род.
ικανοποιημένου
зват.
ικανοποιημένε
женский род
им.
ικανοποιημένη
вин.
ικανοποιημένη
род.
ικανοποιημένης
зват.
ικανοποιημένη
средний род
им.
ικανοποιημένο
вин.
ικανοποιημένο
род.
ικανοποιημένου
зват.
ικανοποιημένο

Примеры

Είναι πολύ ικανοποιημένος με τη δουλειά του.
Он очень доволен своей работой. · He is very satisfied with his job.
Οι πελάτες δεν ήταν ικανοποιημένοι από την υπηρεσία.
Клиенты были недовольны обслуживанием. · The customers were not satisfied with the service.
Φεύγω ικανοποιημένη από αυτή τη συνάντηση.
Я уходу довольной из этой встречи. · I'm leaving this meeting content.