Греческий словарь
с грамматикой

ικανοποίηση

[ika.no.poˈi.si]существительноеη · женский родB1

Значения

1
удовлетворение, удовлетворённость
satisfaction, contentment · η ικανοποίηση από την εργασία — удовлетворение от работы
2
выполнение, исполнение (условия, требования)
fulfillment, satisfaction (of a condition, requirement) · η ικανοποίηση των όρων — выполнение условий

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ικανοποίηση
вин.
την ικανοποίηση
род.
της ικανοποίησης
зват.
ικανοποίηση
Мн. ч.
им.
οι ικανοποιήσεις
вин.
τις ικανοποιήσεις
род.
των ικανοποιήσεων
зват.
ικανοποιήσεις

Примеры

Η ικανοποίησή του ήταν προφανής στο πρόσωπό του.
Его удовлетворение было очевидно по его лицу. · His satisfaction was evident in his face.
Δεν έχουμε ικανοποίηση των απαιτήσεων ακόμα.
Мы ещё не выполнили все требования. · We haven't fulfilled all the requirements yet.
Η ικανοποίησή σας είναι το πρώτο μας προτεραιότητα.
Ваше удовлетворение — наш главный приоритет. · Your satisfaction is our top priority.
Δούλεψε με ικανοποίηση για τη δική της ανθεκτικότητα.
Она работала с удовлетворением от своей настойчивости. · She worked with satisfaction in her own perseverance.