ιεραρχία
[ierarˈçia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
иерархия, система соподчинения
hierarchy, system of ranked authority · η ιεραρχία της εταιρείας — иерархия компании
2
церковная иерархия, духовенство
ecclesiastical hierarchy, clergy · η εκκλησιαστική ιεραρχία — церковная иерархия
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ιεραρχία
вин.
την ιεραρχία
род.
της ιεραρχίας
зват.
ιεραρχία
Мн. ч.
им.
οι ιεραρχίες
вин.
τις ιεραρχίες
род.
των ιεραρχιών
зват.
ιεραρχίες
Примеры
Η ιεραρχία στο στρατό είναι αυστηρή.
Иерархия в армии строга. · The hierarchy in the military is strict.
Πρέπει να σεβόμαστε την ιεραρχία της οργάνωσης.
Мы должны уважать иерархию организации. · We must respect the organization's hierarchy.
Στην εκκλησία υπάρχει μια παλιά ιεραρχία.
В церкви существует древняя иерархия. · The church has an ancient hierarchy.
Οι ιεραρχίες των διαφόρων κοινωνιών διαφέρουν.
Иерархии различных обществ отличаются друг от друга. · The hierarchies of different societies differ.