Греческий словарь
с грамматикой

ιδρώνω

[iˈðrono]глаголA2

Значения

1
потеть, выделять пот
to sweat, to perspire · ιδρώνω από τη ζέστη — потею от жары
2
тяжело трудиться, напрягаться
to toil, to labour hard · ιδρώνω για να ζήσω — тяжело работаю, чтобы жить

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ιδρώνω
εσύ
ιδρώνεις
αυτός
ιδρώνει
εμείς
ιδρώνουμε
εσείς
ιδρώνετε
αυτοί
ιδρώνουν
Аорист
εγώ
ίδρωσα
εσύ
ίδρωσες
αυτός
ίδρωσε
εμείς
ιδρώσαμε
εσείς
ιδρώσατε
αυτοί
ίδρωσαν
Будущее
εγώ
θα ιδρώσω
εσύ
θα ιδρώσεις
αυτός
θα ιδρώσει
εμείς
θα ιδρώσουμε
εσείς
θα ιδρώσετε
αυτοί
θα ιδρώσουν

Примеры

Ιδρώνω πολύ στο γυμναστήριο.
Я сильно потею в спортзале. · I sweat a lot at the gym.
Ίδρωσε όλη την ημέρα στη δουλειά.
Он потел весь день на работе. · He was sweating all day at work.
Ιδρώνουν για να φέρουν το ψωμί στο τραπέζι.
Они тяжело работают, чтобы прокормить семью. · They toil to put food on the table.
Θα ιδρώσω πολύ αν τρέξω το πρωί.
Я буду много потеть, если побегу с утра. · I'll sweat a lot if I run in the morning.