Греческий словарь
с грамматикой

ιδρύω

[iˈðrio]глаголB1

Значения

1
основывать, учреждать (организацию, учреждение)
to found, to establish (an organization, institution) · ιδρύω ένα σχολείο — основываю школу
2
создавать, создать (базу, основу чего-либо)
to set up, to create (a base, foundation) · ιδρύω τη βάση μας — основываю нашу базу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ιδρύω
εσύ
ιδρύεις
αυτός
ιδρύει
εμείς
ιδρύουμε
εσείς
ιδρύετε
αυτοί
ιδρύουν
Аорист
εγώ
ίδρυσα
εσύ
ίδρυσες
αυτός
ίδρυσε
εμείς
ιδρύσαμε
εσείς
ιδρύσατε
αυτοί
ίδρυσαν
Будущее
εγώ
θα ιδρύσω
εσύ
θα ιδρύσεις
αυτός
θα ιδρύσει
εμείς
θα ιδρύσουμε
εσείς
θα ιδρύσετε
αυτοί
θα ιδρύσουν

Примеры

Ο πρόεδρος ίδρυσε τη νέα ακαδημία το 1950.
Президент основал новую академию в 1950 году. · The president founded the new academy in 1950.
Θα ιδρύσουν ένα ερευνητικό κέντρο στην πόλη.
Они создадут исследовательский центр в городе. · They will establish a research center in the city.
Η εταιρεία ιδρύει κλαδικές μονάδες σε όλη τη χώρα.
Компания учреждает отделения по всей стране. · The company is setting up branch units throughout the country.